fbpx

Η Μεγάλη Χάρτα των ελευθεριών

Η Μεγάλη Χάρτα των ελευθεριών

Του Tom G. Palmer

O βρετανός ευρωβουλευτής Ντάνιελ Χάναν (Daniel Hannan), πρόσφατα, έγραψε στη Wall Street Journal και τα εξής: «η άποψη ότι ο νόμος είναι υπεράνω των κυβερνήσεων απέκτησε για πρώτη φορά συμβατική μορφή στο Runnymede στις 15 Ιουνίου 1215».

Ο Χάναν τόνισε τις αγγλοσαξονικές καταβολές των αρχών της ελευθερίας και συμπέρανε: Εξιστορώ τα στοιχεία αυτά για να στοιχειοθετήσω μια άποψη που δεν είναι πια δημοφιλής. Ότι τα δικαιώματα που σήμερα θεωρούμε δεδομένα –η ελευθερία του λόγου, η ανεξιθρησκία, η ελευθερία του συνέρχεσθαι κ.λπ.– δεν αποτελούν τη φυσική κατάσταση μιας ανεπτυγμένης κοινωνίας. Αναπτύχθηκαν κυρίως στην αγγλική γλώσσα. Όταν τα αποκαλούμε πανανθρώπινα, απλώς είμαστε ευγενικοί.

Θαυμάζω ιδιαίτερα τον Νταν, αλλά θεωρώ ότι η αφήγησή του δεν είναι ακριβής. Κατ’ αρχάς, από πολύ καιρό έχω μάθει να είμαι προσεκτικός με όρους όπως: «πρώτος», «τελευταίος», «ποτέ», «πάντα» ή «μόνο», και τον ενθαρρύνω να είναι και αυτός προσεκτικός.

I. Η συνταγματική ελευθερία και το κράτος δικαίου δεν είναι αποκλειστικά αγγλικά φαινόμενα

Η Magna Carta, η Μεγάλη Χάρτα των Ελευθεριών, είναι βέβαιο ότι δεν ήταν ο πρώτος συμβατικός περιορισμός της κρατικής εξουσίας. Σε καμία περίπτωση. Ο Βασιλιάς Ιωάννης της Αγγλίας δεν ήταν ο μόνος πολέμαρχος που είδε τις εξουσίες του να ψαλιδίζονται με τέτοια μέσα. Η Magna Carta αποτελεί μέρος ενός πολύ ευρύτερου ευρωπαϊκού ρεύματος καταστατικών, κοινοτήτων, οικειοθελών αδελφοτήτων κ.ά., που διαμόρφωναν σφαίρες ελευθερίας και πρόσφεραν εργαλεία περιορισμού της εξουσίας και της βίας. Ήδη από τον 13ο αιώνα, σε ολόκληρη την Ευρώπη οργανώνονταν συντεχνίες και κοινότητες που εξασφάλιζαν ειρήνη και ελευθερία για όλο και περισσότερους ανθρώπους. Το εμπόριο αναπτυσσόταν απ΄ άκρου εις άκρον και, όπως το έχει διατυπώσει ο βέλγος ιστορικός Henri Pirenne, αυτό οδήγησε στην αύξηση των απαιτήσεων για ελευθερία, μια και «το εμπόριο μετέτρεπε τους εμπόρους σε ανθρώπους που αντιλαμβάνονταν την ελευθερία ως τη φυσική κατάσταση του ανθρώπου». Από τις ανάγκες της κοινωνίας των πολιτών, «η πιο αναγκαία ήταν η προσωπική ελευθερία. Χωρίς ελευθερία, δηλαδή χωρίς τη δυνατότητα μετακίνησης, επιχειρηματικής δραστηριοποίησης, πώλησης αγαθών, δυνατοτήτων που δεν απολάμβαναν οι πάροικοι, το εμπόριο ήταν αδύνατο». Ένα δημοφιλές ευρωπαϊκό ρητό ήταν: «Ο αέρας της πόλης απελευθερώνει» («Stadtluft macht frei»), όχι μόνο μετά τη Magna Carta αλλά πολλούς αιώνες πριν.

Οι εθελοντικές οργανώσεις, όπως συντεχνίες και κοινότητες, εξασφάλιζαν την ελευθερία των μελών τους. Όπως έγραψε ο άγγλος ιστορικός Άντονυ Μπλακ (antony Black): Το χαρακτηριστικό στοιχείο των συντεχνιών και των κοινοτήτων ήταν η αλληλεξάρτηση ατομικότητας και συλλογικότητας. Το άτομο επιτύγχανε την ελευθερία του ανήκοντας σε μια τέτοια ομάδα. Πολίτες, έμποροι και τεχνίτες επιδίωκαν ο καθένας τούς δικούς του στόχους μέσω του όρκου πίστης στην κοινότητα.

Η κοινωνία των πολιτών προέκυψε μέσα από τέτοιες οργανώσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι κατακτήθηκε έπειτα από αγώνες κατά της εξουσίας των ηγεμόνων, ενώ σε άλλες εξασφαλίστηκε μέσω βασιλικών διαταγμάτων, συχνά εις βάρος των τοπικών φεουδαρχών. Ο ίδιος ο Βασιλιάς Ιωάννης είχε συμμετάσχει σε τέτοιες ενέργειες, όπως για παράδειγμα το διάταγμα του Ίπσγουιτς το 1200, διά του οποίου ο βασιλιάς απήλλασσε τους πολίτες από πολλές υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων του στρατωνισμού στρατευμάτων (ενός δικαιώματος που προστατεύεται από την Τρίτη Τροπολογία του Συντάγματος των ΗΠΑ), της εγγύησης της προστασίας της ιδιοκτησίας και της υπόσχεσης ότι «θα αποδίδεται δικαιοσύνη με βάση τα αρχαία έθιμα της κοινότητας του Ίπσγουιτς και των ελεύθερων κοινοτήτων μας». Στις 2 Ιουλίου 1200, όλοι οι πολίτες έδωσαν όρκο να υπακούουν και να υποστηρίζουν τους εκλεγμένους αξιωματούχους τους στην προστασία των ελευθεριών και των παραδόσεων της κοινότητάς τους.

Δεν είναι δυνατό να κατανοήσουμε τη magna Carta έξω από το πλαίσιο του πανευρωπαϊκού ρεύματος των κοινοτήτων. Το Κεφάλαιο 61 της Magna Carta του 1215 εξουσιοδοτεί τους 25 βαρόνους να «τηρούν και να επιβάλλουν με όλη τους την ισχύ την ειρήνη και τις ελευθερίες που παραχωρούνται και επικυρώνονται προς αυτούς με αυτό το καταστατικό» και να το επιτυγχάνουν «με την υποστήριξη όλης της κοινότητας του βασιλείου».

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πολλούς προγόνους της Magna Carta, όπως η Χάρτα των Ελευθεριών, που συντάχθηκε το 1100 και περιλαμβάνει διάφορες παραχωρήσεις προς βαρόνους και ιππότες, οι Ασσίζες του ariano, που συντάχθηκαν το 1140 από τον ρογήρο Β΄ της Σικελίας και, λίγο μετά τη Magna Carta, ο Χρυσός Ταύρος της Ουγγαρίας (που συντάχθηκε από τον Βασιλιά Αντράς το 1222 και εγκαθίδρυσε μια μακρά περίοδο συνταγματικής παράδοσης στην κεντρική Ευρώπη), τα Συντάγματα melfi που εκδόθηκαν από τον Αυτοκράτορα φρειδερίκο Β’ το 1231 και άλλα πολλά. Ακόμα και σημαντικές έννοιες για το «εθιμικό δίκαιο» και τη «δίκη από ενόρκους», που αργότερα επανεμφανίστηκαν στο Σύνταγμα των ΗΠΑ, είναι παλαιότερες από τη Magna Carta. Για παράδειγμα, τις συναντάμε σε ένα σύνταγμα στο οποίο συμφώνησε ο αυτοκράτορας Κόνραντ Β’ το 1037, το οποίο διακηρύσσει ότι κανένας υπήκοος δεν μπορεί να στερηθεί ενός αυτοκρατορικού ή εκκλησιαστικού φέουδου «παρά μόνο σύμφωνα με τους νόμους των προγόνων μας και την κρίση των ομοίων του».

Έτσι, η Magna Carta εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο συνεχών ευρωπαϊκών αγώνων για εξουσίες, ασυλία, δικαιώματα και ελευθερίες. Η Magna Carta δεν είναι σε καμία περίπτωση η πρώτη φορά κατά την οποία, όπως λέει ο Χάναν, «η άποψη ότι ο νόμος είναι υπεράνω των κυβερνήσεων απέκτησε […] συμβατική μορφή». Το ρεύμα για ελευθερία και ασυλία σάρωνε ολόκληρη την ηπειρωτική Ευρώπη και την Αγγλία. Η Magna Carta ήταν ζωτικής σημασίας όχι επειδή ήταν μοναδική, αλλά κυρίως επειδή έμεινε στην ιστορία – ένα σημείο στο οποίο θα επανέλθω.

II. Η Magna Carta ενσωματώθηκε στον αγώνα για την ελευθερία της εκκλησίας

Η Magna Carta αποτέλεσε επίσης μέρος ενός ευρύτερου ευρωπαϊκού ρεύματος για την ελευθερία της εκκλησίας. Αυτό δεν είχε το ίδιο περιεχόμενο με τον όρο «διαχωρισμός κράτους-εκκλησίας» όπως τον κατανοούμε σήμερα, αλλά σίγουρα αποτέλεσε την πηγή αυτού που σήμερα εννοούμε με την έκφραση αυτή. Ξεκίνησε από την προσπάθεια όλων να επιβληθούν σε όλους τους υπολοίπους και από τη γενική τους αποτυχία να το καταφέρουν.

Σε μια από τις πλέον δραματικές στιγμές του αγώνα αυτού, ο πάπας Γρηγόριος Ζ΄ το 1075 έριξε με το Dictatus Papae το γάντι και συμπέρανε ότι ο πάπας «μπορεί να απαλλάξει τους υπηκόους από την υποτέλεια σε μοχθηρούς ανθρώπους». Ήταν μια τολμηρή δήλωση σε έναν κρίσιμο αγώνα ανάμεσα στην εκκλησία και στην κοσμική εξουσία.

Ο ίδιος ο βασιλιάς Ιωάννης πολέμησε τον παπισμό για τον έλεγχο της αγγλικής εκκλησίας. Αφορίστηκε και το βασίλειο τέθηκε σε απαγόρευση το 1208, μια απαγόρευση που δυσκόλεψε τη ζωή ολόκληρου του χριστιανικού πληθυσμού της Αγγλίας, αφού οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να κοινωνήσουν ούτε πραγματοποιούνταν εκκλησιαστικές κηδείες. Ο Ιωάννης επέστρεψε στην εκκλησία το 1213, προφανώς για να ενισχύσει την εξουσία του απέναντι στην ανερχόμενη ισχύ των βαρόνων. Στο Ντόβερ, στις 15 Μαΐου 1213, ο Βασιλιάς Ιωάννης παραχώρησε «στο Θεό, τους αποστόλους Πέτρο και Παύλο, τη μητέρα Αγία ρωμαϊκή Εκκλησία και τον Κύριό μας πάπα Ιννοκέντιο Γ’ και τους καθολικούς διαδόχους του στα βασίλεια της Αγγλίας και της Ιρλανδίας, όλα τα δικαιώματά μας και οτιδήποτε άλλο σχετικό, με αντάλλαγμα την άφεση αμαρτιών όλου του έθνους μας, ζωντανών και νεκρών». Στη συνέχεια του επεστράφησαν ως φέουδο, με αντάλλαγμα δήλωση πίστης και υποταγής, η οποία περιλάμβανε σημαντικές πληρωμές προς το Βατικανό, αλλά «διασώζοντας για εμάς και τους απογόνους μας τους θεσμούς, τις ελευθερίες και το βασιλικό καθεστώς μας». Έτσι, το βασίλειό του εξασφάλισε από την εκκλησία, όπως προφανώς ήλπιζε, ένα ταυτόχρονα φεουδαρχικό και ιερό κύρος.

Οι ηγέτες της εκκλησίας, ως αντίπαλοι της κοσμικής εξουσίας, έκαναν ελιγμούς προς όφελος της εκκλησίας, πράγμα που μας βοηθάει να κατανοήσουμε για ποιο λόγο η Magna Carta κλείνει με την επιβεβαίωση της ελευθερίας της εκκλησίας. Συμφωνήθηκε «ότι η εκκλησία της Αγγλίας θα είναι ελεύθερη, τα δικαιώματά της θα παραμείνουν αμείωτα και οι ελευθερίες της ανεπηρέαστες», και θα απολαμβάνει «ελεύθερες εκλογές, οι οποίες θεωρούνται ως ύψιστης αναγκαιότητας και σημασίας για την αγγλική εκκλησία». Οι εγγυήσεις προς την εκκλησία στο πρώτο κεφάλαιο συνοδεύονταν, στη συνέχεια, με τη ζωτικής σημασίας υπόσχεση ότι «[έ]χουμε, εμείς και οι κληρονόμοι μας, επίσης παραχωρήσει σε όλους τους ελεύθερους ανθρώπους του βασιλείου μας εις τον αιώνα των αιώνων, όλες τις ελευθερίες που αναφέρονται κατωτέρω, να τις έχουν και να τις διατηρούν, αυτοί και οι απόγονοί τους, από εμάς και τους απογόνους μας». Αυτή η υπόσχεση, αμέσως μετά την ελευθερία της εκκλησίας, αντηχεί ακόμα διά μέσου των αιώνων.

Αν η αντιπαράθεση μεταξύ της εκκλησίας της Ρώμης και των κοσμικών εξουσιών δεν βρισκόταν σε εξέλιξη, η Magna Carta θα ήταν αδιανόητη. Η magna Carta αποτελούσε μέρος ενός γενικότερου ευρωπαϊκού ρεύματος για ελευθερία και ανεξαρτησία της εκκλησίας, όχι μια πρωτόγνωρη έκφραση ενός αγγλοσαξονικού (ή αγγλονορμαδικού ή αγγλογαλλικού) χαρακτήρα.

ΙΙΙ. Η Magna Carta δεν ήταν μια στρατηγική επιλογή ενός ιδεολογικού ρεύματος για την επίτευξη ίσης ελευθερίας για όλους, άνοιξε όμως το δρόμο προς την ίση ελευθερία

Το ρεύμα που οδήγησε στη Magna Carta και στο κείμενο που συμφωνήθηκε από τον βασιλιά και τους βαρόνους –και, λίγο μετά, ακυρώθηκε από τον πάπα και αγνοήθηκε από τον βασιλιά Ιωάννη– δεν ήταν μέρος ενός ιδεολογικού ρεύματος για την επέκταση της ατομικής ελευθερίας και του κράτους δικαίου. Ήταν, όπως επανειλημμένα μας έχουν υπενθυμίσει οι κυνικοί, ένας αγώνας για πλούτο και εξουσία. Παρ’ όλα αυτά, ο αγώνας αυτός έδωσε ώθηση σε επιχειρήματα για δικαιοσύνη και νομοκρατία, καθώς και για δικαιώματα και ελευθερία, που διαδραμάτισαν προεξέχοντα ρόλο και επηρέασαν σημαντικά την ιδεολογία και το ρεύμα για την εφαρμογή συνταγματικά περιορισμένης κυβέρνησης, στην οποία ανατίθεται η προστασία της ελευθερίας, σε συνδυασμό με νομικούς και πολιτικούς περιορισμούς στην άσκηση εξουσίας.

Στον αγώνα για τις κτήσεις και την αυτοκρατορία του στην ηπειρωτική Ευρώπη, ο βασιλιάς Ιωάννης χρησιμοποίησε ένα μεγάλος εύρος τεχνασμάτων για να αποσπάσει χρήματα, άνδρες και άλλους πόρους από τους άγγλους βαρόνους και, μέσω αυτών, από τους πολίτες. Αυτά τα τεχνάσματα περιλάμβαναν εκβιασμούς, αύξηση των φεουδαρχικών τελών, πώληση προνομίων και ασυλιών αξιοποιώντας τις εξουσίες που είχε συγκεντρώσει ο πατέρας του Ερρίκος Β’ και ανάπτυξη ενός νομικού συστήματος –της πώλησης της δικαιοσύνης– ως μέσου συγκέντρωσης πόρων.

Η απώλεια της Νορμανδίας το 1204 αποτέλεσε τρομερό πλήγμα για έναν ηγεμόνα που καταγόταν από τον Γουλιέλμο τον Κατακτητή.

Οι φόροι και οι στρατιωτικές υπηρεσίες που απαιτούσε ο Βασιλιάς Ιωάννης ως μέσα ανάκτησης των χαμένων κτήσεών του προκάλεσαν αγανάκτηση και δυσαρέσκεια. Ο κίνδυνος εμφυλίου αυξήθηκε όταν αυτός και οι σύμμαχοί του ριψοκινδύνεψαν και υπέστησαν επική ήττα από τον γάλλο μονάρχη φίλιππο Β΄ Αύγουστο στη Μάχη του Μπουβίν, το 1214.

Οι πολιτικοί αγώνες εκείνης της εποχής δεν γίνονται εύκολα κατανοητοί σήμερα. δεν ήταν συνταγματικοί αγώνες της μορφής με την οποία είμαστε εξοικειωμένοι, στους οποίους κλάδοι ή επίπεδα διοίκησης διαφωνούν για τις επί μέρους εξουσίες τους ή πολίτες διεκδικούν τα δικαιώματά τους από την κρατική εξουσία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ακόμα και το ίδιο το κράτος σχεδόν δεν υπήρχε. Η διάκριση μεταξύ κράτους και προσωπικής περιουσίας του βασιλιά ήταν θολή. Ήταν, επιπλέον, οικογενειακή υπόθεση. Για παράδειγμα, η εξουσία στην Αγγλία και τη Γαλλία ήταν αντικείμενο αντιπαράθεσης μεταξύ του Βασιλιά Ερρίκου Β’, της γυναίκας και των γιων του, συμπεριλαμβανομένου του Ιωάννη – και ο καθένας είχε τους συμμάχους του. Οι οικογενειακοί καβγάδες εξελίσσονταν στο πεδίο της μάχης. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε κράτος με την έννοια που του δίνουμε σήμερα, ως κάτι το οποίο είναι κατά κάποιον τρόπο ανεξάρτητο από τα προσωπικά προνόμια των κατόχων της εξουσίας. Αυτές οι σχέσεις εξουσίας περιορίζονταν όλο και περισσότερο από ένα αναπτυσσόμενο σύστημα δικαίου, από κανόνες που ίσχυαν για ηγεμόνες και υπηκόους, καθώς και από ένα αναδυόμενο σύνταγμα που ήταν διακριτό από τις προσωπικές εξουσίες και τις κτήσεις των ισχυρών. Μια από τις επιπτώσεις του ευρύτερου ρεύματος, του οποίου η Magna Carta αποτελούσε μέρος, ήταν ο διαχωρισμός της διασφάλισης των συμφερόντων του βασιλιά από την απονομή της δικαιοσύνης. Η ελευθερία υπό κράτος δικαίου ήταν μια ακούσια συνέπεια του αγώνα για εξουσία μεταξύ πολλών διεκδικητών σε ένα ιδιαίτερα αποκεντρωμένο ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα.

IV. Η Magna Carta ως πολιτική φιλοσοφία

Η Magna Carta διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της πολιτικής θεωρίας της περιορισμένης κυβέρνησης. Πιο συγκεκριμένα, η Magna Carta και άλλες παρόμοιες χάρτες συνέβαλαν στην υποταγή της εξουσίας στο νόμο.

Οι αντιπαραθέσεις της εποχής εκείνης συμπεριλάμβαναν ένα ευρύ φάσμα επιχειρημάτων υπέρ και κατά των απαιτήσεων του πάπα, βασιλιάδων, αυτοκρατόρων, αστικών κοινοτήτων, κομητειών, συντεχνιών, πολικών και απλών ανθρώπων. Εξ ονόματος της υπέρτατης εξουσίας τους και της υψηλής τους θέσης, οι ευρωπαίοι χριστιανοί βασιλιάδες επικαλούνταν την αυθεντία της Βίβλου και συγκεκριμένα το Προς ρωμαίους 13 («Πάσα ψυχή ας υποτάσσηται εις τας ανωτέρας εξουσίας. διότι δεν υπάρχει εξουσία ειμή από Θεού· αι δε ούσαι εξουσίαι υπό του Θεού είναι τεταγμέναι. Ώστε ο εναντιούμενος εις την εξουσίαν εναντιούται εις την διαταγήν του Θεού· οι δε εναντιούμενοι θέλουσι λάβει εις εαυτούς καταδίκην.») και το Προς Κορινθίους 15 («αλλά χάριτι Θεού είμαι ό,τι είμαι· και η εις εμέ χάρις αυτού δεν έγινε ματαία…»). Οι υποστηρικτές της βασιλικής εξουσίας υποστήριζαν ότι ο βασιλιάς κυβερνούσε ελέω Θεού και συμπέραιναν ότι, όπως λέει ο ιστορικός Walter Ullman: «Τα άτομα ως υπήκοοι δεν είχαν δικαιώματα στη δημόσια σφαίρα. Οτιδήποτε είχαν, ήταν αποτέλεσμα βασιλικής χάριτος, βασιλικής παραχώρησης».

Και η Εκκλησία, από την πλευρά της, έκανε επίκληση βιβλικών χωρίων, ιδιαίτερα του Κατά Ματθαίον 22 («Απόδοτε ουν τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ»). Οι εκκλησιαστικές αρχές αξιοποιούσαν με επιδεξιότητα τον Ιουστινιάνειο Κώδικα –την κωδικοποίηση των νόμων της ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας– που είχε ανακαλυφθεί ξανά (ορισμένοι από τους πιο ισχυρούς πάπες ήταν νομικοί). Οι νομικοί των φεουδαρχών επικαλούνταν τις παραδόσεις και τους όρκους ως πηγές –και όρια– εξουσίας. Ο καθηγητής ρίτσαρντ Χέλμχολζ (Richard Helmholz), της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Σικάγου, υποστήριξε με αρκετά πειστικό τρόπο ότι, για παράδειγμα, το κείμενο της Magna Carta επηρεάστηκε ιδιαίτερα, τόσο στην ουσία του, όσο και στη γλώσσα που χρησιμοποιεί, από τις ρωμαϊκές και εκκλησιαστικές νομικές παραδόσεις, το άγραφο δίκαιο (ius commune) που αναπτυσσόταν και διδασκόταν και στις δύο πλευρές του καναλιού της Μάγχης.

Το άτομο ως φορέας δικαιωμάτων και οι κοινωνικές σχέσεις ως προϊόν της ελεύθερης άσκησης των δικαιωμάτων αυτών, προέκυψαν από επιχειρήματα και πρακτικές που βασίζονταν στο ρωμαϊκό δίκαιο, στη χριστιανική θεολογία και σε γερμανικές αδελφότητες που στηρίζονταν σε όρκους (στις οποίες είχε τις ρίζες του τόσο ο φεουδαρχισμός όσο και οι νέες ευρωπαϊκές πόλεις). Ο αγώνας για εξουσία και δικαιώματα οδήγησαν σε αυτό που ο ιστορικός Sir Henry Sumner maine αποκαλεί στο βιβλίο του Ancient Law: «μια μετάβαση από τις σχέσεις ιεραρχίας στις συμβατικές σχέσεις», από μια κοινωνία δηλαδή στην οποία η γέννηση καθόριζε όλες σου τις σχέσεις, σε μια κοινωνία στην οποία η επιλογή και η συγκατάθεση διαμόρφωναν τις σχέσεις αυτές.

V. Η σημασία της Magna Carta σήμερα

Ποιος είναι ο αντίκτυπος του περιεχομένου της Magna Carta σήμερα; Μόνο ένα μικρό μέρος της εξακολουθεί να αποτελεί μέρος του γραπτού δικαίου, κυρίως το κεφάλαιο 39 που, έπειτα από παράφραση και επανερμηνεία, ενσωματώθηκε στο Σύνταγμα των ΗΠΑ ως το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και δίκη από ενόρκους.

Η μεγαλύτερη αξία της Magna Carta είναι ίσως το γεγονός ότι δημιούργησε γι’ αυτούς που ο Χάναν αποκαλεί «αγγλόφωνους λαούς» μια εξαιρετικά ισχυρή ιστορική αφήγηση. Το Αγγλικό υπόμνημα δικαίου (English Petition of Right) του 1628 ενάντια στην τυραννία των Στιούαρτ αναφερόταν στη Magna Carta. Οι αγγλικές αποικιακές συνελεύσεις στην Αμερική δήλωναν ότι η Magna Carta αποτελεί μέρος των νόμων της επαρχίας. Το 1638, η αποικιακή συνέλευση του Μαίρυλαντ δήλωσε «ότι οι κάτοικοι πρέπει να έχουν όλα τα δικαιώματα και τις ελευθερίες τους σύμφωνα με τη Μεγάλη Χάρτα της Αγγλίας», μια ενέργεια στην οποία άσκησε βέτο ο εκπρόσωπος του βασιλιά που τη θεωρούσε αντίθετη προς «τα βασιλικά προνόμια». Οι αμερικανοί άποικοι, που πάλευαν για τα δικαιώματά τους, διεκδικούσαν δυναμικά την εφαρμογή των προβλέψεων της Magna Carta. Αυτές οι προβλέψεις κατείχαν εξέχουσα θέση στις παρεμβάσεις των αποικιακών νομοθετικών σωμάτων εναντίων του αγγλικού θρόνου και της Βουλής.

Οι ιδρυτές της Αμερικής έκαναν, επίσης, αυτό που ο Χάναν αρνείται.

Ο βρετανός ευρωβουλευτής υποστηρίζει για τους αμερικανούς αποίκους ότι «[π]ουθενά, κατά τη φάση αυτή [έχοντας μόλις αναφερθεί σε ένα κείμενο το 1774], δεν βρίσκουμε την παραμικρή υπόνοια ότι οι πατριώτες μάχονταν για οικουμενικά δικαιώματα». Στην πραγματικότητα, βασίζονταν στην παράδοση των καθολικών δικαιωμάτων, που είναι γνωστή ως φυσικά δικαιώματα. Η παράδοση των φυσικών δικαιωμάτων είχε διατυπωθεί κατά έξοχο τρόπο στα αγγλικά από τους φιλελεύθερους του 17ου αιώνα, που είναι γνωστοί ως Ισοπεδωτές (levellers), καθώς και από τον σπουδαίο γιατρό, φιλόσοφο και πολιτικό ακτιβιστή Τζον Λοκ.

Ας αναφέρουμε, λοιπόν, τη Magna Carta και το Σύνταγμα των ΗΠΑ ως το υπόβαθρο των δικών μας παραδόσεων για την ελευθερία. Αλλά ας μην υπονοούμε με τον τρόπο αυτό ότι οι κληρονόμοι άλλων παραδόσεων και άλλων ταυτοτήτων είναι καταδικασμένοι στη σκλαβιά και την τυραννία.

Η κινητήριος δύναμη της αμερικανικής προσέγγισης για την ελευθερία στηρίζεται στη σύζευξη αφηρημένων και συνεπώς οικουμενικών δικαιωμάτων, με δικαιώματα που έχουν τις ρίζες τους στην αμερικανική ιστορία.

Η ιστορική μνήμη της Magna Carta, όταν συνδυάζεται με την τολμηρή επίκληση των αξιώσεων για οικουμενικά δικαιώματα –τις «αλήθειες» που «θεωρούνται αυτονόητες, ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, ότι είναι προικισμένοι από τον δημιουργό τους με συγκεκριμένα απαραβίαστα δικαιώματα, μεταξύ των οποίων είναι ζωή, η ελευθερία και η επιδίωξη της ευτυχίας»– προσφέρει στους Αμερικανούς πλούσιες και αξιόπιστες πηγές για τα όρια της εξουσίας και την ελεύθερη άσκηση των δικαιωμάτων. Οι Αμερικανοί μπορούν να είναι ταυτόχρονα παραδοσιακοί και ριζοσπαστικά οικουμενικοί, διεκδικώντας τόσο ιστορικά δικαιώματα που καλύπτουν ένα κοινό πάθος για την αμερικανική ταυτότητα, όσο και οικουμενικές αλήθειες που προσφέρουν ηθικό σθένος απέναντι στην εξουσία. Στον τομέα αυτό, οι Αμερικανοί είναι κληρονόμοι των Ισοπεδωτών, που και αυτοί επικαλούνταν τις παραδόσεις. Αναφέρομαι κυρίως στον John Lilburn, που επέμενε στην αυθεντία των παραδόσεων και στη δυνατότητα των ενόρκων να σταματήσουν την αδικία. Αναφέρομαι, επίσης, στον William Walwyn , που υπερασπίστηκε τα δικαιώματα θρησκευτικής ελευθερίας των Καθολικών, καθώς και στον Richard Overton, ο οποίος υποστήριξε:

Το κάθε άτομο στη φύση, λαμβάνει από τη φύση μια ατομική ιδιοκτησία, στην οποία δεν μπορεί να εισβάλει ή να σφετεριστεί κανείς: μια και καθένας, όπως έχει ιδιοκτησία του εαυτού του, έτσι έχει και ιδιοκτησία της περιουσίας του, αλλιώς δεν θα μπορούσε να είναι ο εαυτός του, και κανένας δεν μπορεί να τολμήσει να του τη στερήσει χωρίς να παραβιάσει και να προσβάλει καταφανώς τις ίδιες τις αρχές της φύσης και τις αρχές της ισότητας και της δικαιοσύνης μεταξύ των ανθρώπων. […] διότι, από τη γέννησή τους, όλοι οι άνθρωποι έχουν εξ ίσου και ομοίως γεννηθεί ώστε να επιθυμούν την ιδιοκτησία, την ελευθερία και την ανεξαρτησία και, όπως μας παραδίδει ο Θεός με το χέρι της φύσης στον κόσμο αυτό, τον καθένα με μια φυσική, έμφυτη ελευθερία και ιδιοκτησία (όπως είναι χαραγμένο στην καρδιά του κάθε ανθρώπου και δεν μπορεί να σβηστεί ποτέ), έτσι λοιπόν είναι να ζήσουμε για να απολαύσουμε όλοι ομοίως και με ισότητα τα αναφαίρετα δικαιώματα και προνόμιά μας, ακόμα και όλοι όσοι ο Θεός τούς έκανε από τη φύση τους ελεύθερους.

Η σύζευξη των δύο επικλήσεων – στα ιστορικά δικαιώματα που παρέχουν μια αίσθηση ταυτότητας και στην αφηρημένη και οικουμενική δικαιοσύνη που είναι ελκυστική στη λογική και τη συνείδηση– προσφέρει μια ισχυρή συνταγή για ελευθερία.

Οι προκλήσεις στις οποίες βρίσκονται αντιμέτωποι σήμερα οι υπέρμαχοι της ελευθερίας και του κράτους δικαίου σε όλον τον κόσμο είναι ο εντοπισμός ανάμεσα σε μυριάδες περιπτώσεις των τοπικών ριζών κάθε παράδοσης για συνταγματικό περιορισμό της εξουσίας και σεβασμό του δικαιώματος στην ελευθερία και να συνδέσουν τις ιστορικές αυτές ρίζες με τον σύγχρονο οικουμενικό φιλελευθερισμό που εξαπλώνεται σε όλη την υφήλιο. Είναι βέβαιο ότι αυτές οι ρίζες βρίσκονται θαμμένες, περιμένοντας να τις ανακαλύψουμε, όχι μόνο στην ιστορία των αγγλόφωνων λαών, αλλά οπουδήποτε και αν κοιτάξουμε:


• στη Ρωσία, όπου οι φιλελεύθεροι θυμούνται την πόλη του Nόβγκοροντ, που είναι γνωστή για την ελευθερία και την ανεξαρτησία των πολιτών της, που απολάμβαναν το καταστατικό της και τον νομικό της κώδικα, το ρούσκαγια Πράβντα, υπό τον Γιάροσλαβ τον Σοφό, και οι Βογιάροι της το 1136, 79 χρόνια πριν από τη Magna Carta, εξεδίωξαν τον πρίγκιπά τους Βέβολοντ Μστισλάβιτς και εγκαθίδρυσαν ένα θεσμό αιρετής διοίκησης με περιορισμένες εξουσίες.

• στον ισλαμικό πολιτισμό, για τον οποίο ο προφήτης έθεσε αρχές σεβασμού των δικαιωμάτων των ανθρώπων και προσήλωσης στη δικαιοσύνη όσων βρίσκονταν στην εξουσία – έναν πολιτισμό από τον οποίο πριν μια χιλιετία αναδύθηκαν σημαντικές αρχές για το δίκαιο και τη λογική, που επηρέασαν σημαντικά τις αρχές της ελευθερίας στη χριστιανική Ευρώπη


• στις νομικές και πολιτικές παραδόσεις της δυτικής Αφρικής, όπου οι βασιλιάδες δεν ήσαν απόλυτοι μονάρχες και δικτάτορες, αλλά η εξουσία τους περιοριζόταν παραδοσιακά και όφειλαν να υπηρετούν ως δικαστές και ειρηνοποιοί, με εξουσίες που τους παρείχε η κοινότητα, και όχι με εξουσίες που ασκούσαν εναντίον της,


• στην Κίνα, όπου σημαντικοί στοχαστές όπως ο Λάο Τσε, ο Κομφούκιος, ο Μένσιος και ο Σου Τονγκ-π’o καλούσαν τους ηγεμόνες σε αυτοσυγκράτηση, σεμνότητα και δικαιοσύνη, καθώς και σε σεβασμό των δικαιωμάτων των πολιτών.

Θα μπορούσα να συνεχίσω. Η ελευθερία υπό κράτος δικαίου δεν είναι απλώς ένα αγγλικό πατρογονικό δικαίωμα, είναι ένα ανθρώπινο πατρογονικό δικαίωμα.

Η Magna Carta διδάσκει και εμπνέει. Όμως αυτό που πρέπει να διδαχθούμε δεν είναι το ειδικό προνόμιο των αγγλόφωνων λαών, αλλά το οικουμενικό μήνυμα του δικαίου έναντι της βίας και της ελευθερίας έναντι της εξουσίας. Οι συνάδελφοί μου σε όλο τον κόσμο, σε πολλούς άλλους πολιτισμούς, έχουν κι αυτοί τις δικές τους Μεγάλες Χάρτες, και όπως ο Σερ Έντουαρντ Κόουκ στην Αγγλία του 17ου αιώνα, τις φέρνουν στο προσκήνιο ως εργαλεία για τον περιορισμό της εξουσίας και για να εμπνεύσουν τους ανθρώπους να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους.

Share