fbpx

Αναζητώντας την ελληνική ταυτότητα | Αριστείδης Χατζής

Αναζητώντας την ελληνική ταυτότητα | Αριστείδης Χατζής

Ο Thomas Hope, 45 ετών το 1798, ντυμένος Τούρκος, στο πορτρέτο του William Beechey που εκτίθεται στη National Portrait Gallery στο Λονδίνο.

Του Αριστείδη Χατζή*

«Καθώς καθόμουν αποκαρδιωμένος, το μάτι μου πήρε ένα σπασμένο μάρμαρο, διακοσμημένο με ιπποτικά εμβλήματα από την εποχή που οι Ιωαννίτες Ιππότες κυβερνούσαν το νησί. Αλλά ενώ στο πάνω μέρος είχε ένα γοτθικό οικόσημο, στο πίσω μέρος είδα ότι υπήρχε μια μισοσβησμένη Ελληνική επιγραφή. Προφανώς αρχαίοι Ελληνες το είχαν κατασκευάσει και την είχαν χαράξει. Δεν είχα αμφιβολία για την προέλευσή του. Στην απέναντι ακτή υπήρχαν τα ερείπια της αρχαίας Κνίδου, που αποτέλεσαν για τους ιππότες της Ρόδου ένα μεγάλο λατομείο. Χρησιμοποιούσαν τα ερείπια για να χτίσουν τα μνημεία της φεουδαρχικής ματαιοδοξίας τους. Μόλις είδα την επιγραφή, αμέσως όλη η εθνική μου περηφάνεια επανήλθε με όλη της τη δύναμη. Σηκώθηκα και με μια απότομη κίνηση προσπάθησα να ξυπνήσω το μυαλό μου από τον λήθαργο φωνάζοντας: “Και μου ταιριάζει, άραγε, να ζηλεύω εγώ το κλεμμένο μεγαλείο των Γότθων και των βάρβαρων, που ακόμα και στη μεγαλοπρέπειά τους, απλώς στολίζουν τους εαυτούς τους με υλικά από δεύτερο χέρι, που έχουν χρησιμοποιήσει πρώτοι οι δικοί μου πρόγονοι! Δεν είμαι κι εγώ ένας Ελληνας; Υπάρχει ελληνικό αίμα, ακόμα κι όταν αυτό ρέει σε μικρά ποταμάκια μακριά από την πηγή τους, που να μην είναι ευγενέστερο από τον ευτελή χείμαρρο που ρέει στις φλέβες των τέκνων της Δύσης; Που καμαρώνουν αν ανακαλύψουν τα ονόματα των προγόνων τους στο σκοτάδι της άγνοιας και στη νύχτα της βαρβαρότητας; Που οι παλαιότερες οικογένειές τους είναι χθεσινές και τα σημαντικότερα επιτεύγματά τους αποτελούν κατορθώματα αγρίων;”».

Αυτό το απόσπασμα δεν το έχει γράψει ένας Ελληνας, αλλά ένας Ολλανδός έμπορος με σκωτσέζικες ρίζες, ο Thomas Hope, που στα 50 του αποφάσισε να γίνει συγγραφέας. Ο ήρωας του μυθιστορήματος που διηγείται τη ζωή του είναι ένας Ελληνας από τη Χίο, ο Αναστάσιος. Το μυθιστόρημα είναι τεράστιο, τρεις τόμοι, 1.224 σελίδες. Ομως εγώ το βρήκα συναρπαστικό γιατί, μεταξύ των άλλων, παραμένει ένας ανεξερεύνητος θησαυρός. Πλέον δεν το θυμάται σχεδόν κανείς, ενώ όταν κυκλοφόρησε στο Λονδίνο, τον Δεκέμβριο του 1819, έγινε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της εποχής. Η δεύτερη έκδοση εξαντλήθηκε μέσα σε 24 ώρες.

Κανείς δεν ήξερε ποιος το έγραψε, ήταν υποτίθεται ένα χειρόγραφο που μόλις ανακαλύφθηκε: «Αναστάσιος: Αναμνήσεις ενός Ελληνα, γραμμένες στο τέλος του 18ου αιώνα». Αλλά οι ειδικοί ήταν βέβαιοι πως ένα τόσο καλογραμμένο μυθιστόρημα, τολμηρό, αιρετικό, σχεδόν βέβηλο, που προδίδει μεγάλη γνώση για την Οθωμανική Αυτοκρατορία αλλά και για τους Ελληνες, θα μπορούσε να το γράψει μόνο ένας: ο διάσημος, τριαντάρης πια και νιόπαντρος Λόρδος Μπάιρον, που απομονωμένος στη Ραβέννα περνούσε τον χρόνο του με τη 18χρονη σύζυγό του, ολοκληρώνοντας τον «Δον Ζουάν».

Ο Μπάιρον διάβασε αμέσως τον «Αναστάσιο». Του άρεσε τόσο πολύ που ζήλεψε τον άγνωστο συγγραφέα και άφησε μετέωρη τη φήμη. Αδικα ζητούσε ο εκδότης Τζον Μάρεϊ μια δήλωση για να τη χρησιμοποιήσει για διαφημιστικούς σκοπούς. Βέβαια ο Μάρεϊ δεν τολμούσε να ζητήσει δήλωση διάψευσης, απλώς τη γνώμη του Μπάιρον για το βιβλίο, του είχε στείλει, μάλιστα, και το αντίτυπο στην Ιταλία. Η πρώτη αντίδραση του Μπάιρον ήταν αρνητική. «O “Αναστάσιος” είναι καλός αλλά είναι πιο πιθανό ότι το έγραψε Εβραίος παρά Ελληνας», θα αποφανθεί επιτέλους τον Ιούλιο του 1820. Αλλά ακόμα κι όταν αποκαλύφθηκε το όνομα του συγγραφέα, κανείς δεν το πίστευε.

«Μπορεί με μια απλή μετάγγιση αίματος ένας βάτραχος να τραγουδήσει όπως ένας κορυφαίος τενόρος;», θα γράψει κάποιος κριτικός. Ο Μάρεϊ επέμεινε για κάτι πιο συγκεκριμένο και ο Μπάιρον ενοχλημένος του απάντησε, στις 28 Σεπτεμβρίου, «νομίζω ότι ο “Αναστάσιος” είναι εξαιρετικός [τονίζει τη λέξη], δεν σου το έγραψα ήδη;». Τον Απρίλιο του 1823, καθώς ξεκινάει ο τελευταίος χρόνος της ζωής του, ο Μπάιρον έχει αποφασίσει να έρθει στην Ελλάδα. Αλλά δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό του τον Αναστάσιο. Σύμφωνα με τη φίλη, του λαίδη Μπλέσινγκτον:

«Ο Μπάιρον σήμερα μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για τον “Αναστάσιο” του Hope. Ελεγε ότι έκλαψε πικρά διαβάζοντας πολλές από τις σελίδες του, για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί δεν το έχει γράψει ο ίδιος, δεύτερον, γιατί το έγραψε ο Hope. Γιατί μόνο αν συμπαθείς πάρα πολύ κάποιον θα μπορούσες να του συγχωρέσεις το ότι έγραψε ένα τέτοιο βιβλίο. Ενα βιβλίο που ξεπερνά οτιδήποτε άλλο κυκλοφόρησε πρόσφατα, τόσο σε χιούμορ και ταλέντο όσο και σε αληθινό πάθος. Και πρόσθεσε: “θα θυσίαζα δύο από τα πιο δημοφιλή μου ποιήματα προκειμένου να ήμουν εγώ ο συγγραφέας του Αναστάσιου”».

Το βιβλίο μεταφράστηκε αμέσως στα γαλλικά (1820) και στα γερμανικά (1821). Είχε κάνει τόσο ντόρο σε όλη την Ευρώπη ώστε ένας πανίσχυρος πολιτικός που ταξίδευε από τη Βιέννη στο Λάιμπαχ, τον Δεκέμβριο του 1820, για να εκπροσωπήσει τα συμφέροντα του κράτους του στο συνέδριο που θα κρίνει στα μέσα Μαρτίου του 1821 το ελληνικό ζήτημα, το κουβαλάει μαζί του προσπαθώντας να βρει ευκαιρία να το διαβάσει. Φτάνει νωρίτερα από όλους και έχει διαθέσιμο χρόνο για διάβασμα. Ο πολιτικός αυτός είναι ο Μέτερνιχ, που θα γράψει σε επιστολή του στις 4 Ιανουαρίου 1821: «Εχεις ακουστά ένα αγγλικό μυθιστόρημα που έχει τον τίτλο “Αναστάσιος”; Υπάρχει μέσα μια περιγραφή του χαρακτήρα των Ελλήνων που είναι πολύ καλή και ακριβής, όπως και όλα όσα περιλαμβάνει αυτό το βιβλίο σχετικά με την Ανατολή, ειδικά τις συνήθειες των Ελλήνων. Θα βρεις μέσα στο βιβλίο έναν χαρακτήρα που είναι ίδιος ο Καποδίστριας, λέξη προς λέξη, ακριβώς όπως είναι».

Η Ελληνική Επανάσταση ξεσπάει, αποτυγχάνει στη Μολδοβλαχία, φαίνεται να εδραιώνεται στην Πελοπόννησο, στη Στερεά και στα νησιά. Ενας καλός φίλος των Ελλήνων, ο μεγάλος ποιητής Πέρσι Σέλεϊ, βρίσκεται στη Ραβέννα όπου επισκέπτεται τον φίλο του, Μπάιρον. Γράφει, στις 10 Αυγούστου του 1821, προς τη γυναίκα του, τη Μαίρη Σέλεϊ, μια από τις μεγαλύτερες συγγραφείς όλων των εποχών, που έχει ήδη μεταφράσει στα αγγλικά τη διακήρυξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη:

«Διαβάζω τον Αναστάσιο: Θα έλεγε κανείς ότι ο Μπάιρον έχει πάρει την ιδέα των τριών τελευταίων ωδών του Δον Ζουάν από αυτό το βιβλίο. Φυσικά αυτό δεν μειώνει καθόλου την αξία του Δον Ζουάν. Η ποίηση δεν έχει καμία σχέση με την εφεύρεση των γεγονότων. Αλλά αυτό το μυθιστόρημα είναι πολύ δυνατό, πολύ ευχάριστο στο διάβασμα. Λένε ότι δίνει μια πολύ ρεαλιστική και ακριβή εικόνα των συνηθειών των νέων Ελλήνων».

Θα πούμε περισσότερα γι’ αυτό το πολύτιμο, για τις παρατηρήσεις του, μυθιστόρημα στο επόμενο σημείωμα. Γιατί το θέμα του είναι η αναζήτησης ταυτότητας ενός Ελληνα που θα επιλέξει να γίνει μουσουλμάνος και Τούρκος για να ενσωματωθεί πλήρως σε μια κοινωνία που θεωρεί ότι του επιτρέπει να αναρριχηθεί και να κυριαρχήσει, ερχόμενος σε σύγκρουση με τον καλύτερό του φίλο, ένα μέλος της οικογένειας των Μαυροκορδάτων, που έχει επιλέξει συνειδητά την ευρωπαϊκή ταυτότητα και τη σύνδεση με την αρχαία Ελλάδα. Ποια είναι όμως πραγματικά η ταυτότητα των νέων Ελλήνων; Μεταμορφώθηκε από την εκπαίδευση και το εμπόριο, όπως θεωρεί ο Σέλεϊ, ή αυτά αποτελούν υπερβολές του Κοραή και του Ψαλίδα, μια μεγάλη αντίφαση, όπως πιστεύει ο Hope;

Βρείτε το άρθρο στην kathimerini.gr

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 3.1.2021 και αποτελεί μέρος της σειράς άρθρων για την Επανάσταση του 1821, στο πλαίσιο της συνεργασίας του ΚΕΦίΜ με την εφημερίδα με αφορμή το εκπαιδευτικό προγράμμα : «Ελλάδα 2021: Διακόσια χρόνια από τη Φιλελεύθερη Επανάσταση». Μάθετε περισσότερα εδώ.

Share