fbpx

Η στρατιωτικοποίηση της αστυνόμευσης | Radley Balko

Η στρατιωτικοποίηση της αστυνόμευσης | Radley Balko

Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο Πόλεμος και Ευημερία (2019, Εκδόσεις ΚΕΦίΜ & Φιλελεύθερος Τύπος Α.Ε.).

Του Radley Balko

Τι οδηγεί στην αυξανόμενη στρατιωτικοποίηση της αστυνόμευσης; Γιατί δημιουργούνται και εξοπλίζονται αστυνομικές δυνάμεις καταστολής με στρατιωτικά όπλα, συμπεριλαμβανομένων των τεθωρακισμένων; Συμβαίνει μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες ή διεθνώς; Τι επιπτώσεις έχει η στρατιωτικοποίηση της αστυνόμευσης στις σχέσεις μεταξύ αστυνομίας και πολιτών; 

Ο Radley Balko είναι δημοσιογράφος που μπλογκάρει για την ποινική δικαιοσύνη, τον πόλεμο των ναρκωτικών και τις πολιτικές ελευθερίες για την Washington Post. Είναι ερευνητής δημοσιογράφος για τη Huffington Post και υπήρξε συντάκτης στο Reason  και πολιτικός αναλυτής στο Cato Institute. Πρόσφατα, έχει εκδώσει το Rise of the Warrior Cop: The Militarization  of America’s Police Forces (Η Άνοδος του Αστυνόμου Στρατιώτη: Η Στρατιωτικοποίηση των Αστυνομικών Δυνάμεων της Αμερικής). 

Κάτι συμβαίνει με την αστυνόμευση.

Κάτι συμβαίνει με την αστυνόμευση. Πάνε οι “αστυνόμοι της ειρήνης” των παλαιότερων ετών. Όλο και περισσότερα αστυνομικά τμήματα αρχίζουν να μοιάζουν  -και να συμπεριφέρονται- σαν στρατοί. Αυτή η τάση είναι εμφανής σε πολλές χώρες. Αποτελεί δε, απειλή για την εσωτερική ειρήνη και την τάξη. 

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 μέχρι σήμερα, οι αστυνομικές δυνάμεις έχουν υποστεί ορισμένες αρκετά  δραματικές και θεμελιώδεις αλλαγές. Aπό τη μία πλευρά, υπάρχουν περισσότερα πολιτικά συμβούλια ελέγχου και περισσότερα τμήματα Εσωτερικών υποθέσεων. Oι περισσότεροι εγκληματολογοι συμφωνούν ότι σήμερα υπάρχουν λιγότεροι διεφθαρμένοι αστυνομικοί – λιγότερα “σάπια μήλα”-  από οποτεδήποτε πριν. Από την άλλη πλευρά, είτε όταν επιδίδουν εντάλματα είτε όταν παρεμβαίνουν σε διαδηλώσεις ή κρίσεις, οι αστυνομικές δυνάμεις είναι όλο και πιο πρόθυμες να χρησιμοποιήσουν περισσότερη βία, και πιο συχνά, για όλο και λιγότερο σοβαρά αδικήματα.  Με άλλα λόγια, λιγότεροι αστυνομικοί ασκούν βία εκτός των ορίων που επιτρέπεται από τις επίσημες πολιτικές, αλλά είναι αυτά που επιτρέπονται από την επίσημη πολιτική που προκαλούν ανησυχία. 

H πιο αξιοσημείωτη μεταξύ των νέων πολιτικών είναι η εξάπλωση των ομάδων SWAT.

H πιο αξιοσημείωτη μεταξύ των νέων πολιτικών είναι η εξάπλωση των ομάδων SWAT (Special Weapons and Tactics – Ομάδα Ειδικών Όπλων και Τακτικών), ειδικών δυνάμεων και άλλων επιθετικών αστυνομικών μονάδων, που αντικατοπτρίζουν ποικίλους βαθμούς στρατιωτικής επιρροής. Για παράδειγμα, αν και κάποτε περιορίζονταν σε μεγάλες πόλεις και χρησιμοποιούντο μόνο σε έκτακτες περιπτώσεις όπως ομηρίες,  ανταλλαγή πυροβολισμών ή αποδράσεις, οι ομάδες SWAT σήμερα χρησιμοποιούνται πολύ πιο συχνά απ’ ότι πριν από μία γενιά. Επιπλέον, χρησιμοποιούνται κυρίως στην επίδοση ενταλμάτων σε υπόπτους για μη βίαια, εγκλήματα ναρκωτικών που χαρακτηρίζονται από συναίνεση. 

Οι αριθμοί είναι συγκλονιστικοί. Στην αρχή της δεκαετίας του 1980, γίνονταν περίπου 3.000 κλήσεις ομάδων SWAT τον χρόνο σε ολόκληρες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έως το 2005, γίνονταν περίπου 50.000. Μόνο στη Νέα Υόρκη, έγιναν 1.447 επιδρομές για ναρκωτικά το 1994. Το 2002, οκτώ χρόνια αργότερα, έγιναν 5.117 – μία αύξηση της τάξης του 350%.  Το 1984, σχεδόν το ένα τέταρτο των πόλεων με είκοσι πέντε έως πενήντα χιλιάδες κατοίκους είχαν ομάδες SWAT. Το 2005, αυτό το ποσοστό είχε αυξηθεί κατά 80%. Στο παρελθόν, αυτού του είδους η βία χρησιμοποιείτο μόνο σε σενάρια έκτακτης ανάγκης, όταν βρίσκονταν σε άμεσο κίνδυνο ανθρώπινες ζωές. Ήταν η τελευταία επιλογή. Σήμερα η χρήση τέτοιας βίας είναι σε πολλές περιοχές η πρώτη επιλογή όταν επιδίδονται εντάλματα. Οι ομάδες SWAT χρησιμοποιούνται σήμερα για εισβολές σε αίθουσες πόκερ και μασάζ, για έλεγχο της μετανάστευσης, ακόμη και για την πραγματοποίηση τακτικών ελέγχων, επιδρομών σε μπαρ που είναι ύποπτα ότι σερβίρουν αλκοόλ σε ανήλικους και για τη σύλληψη κομμωτών χωρίς άδεια. 

Ενώ ο στόχος των SWAT ήταν κάποτε η χρήση βίας για την εκτόνωση μιας ήδη βίαιης κατάστασης, σήμερα οι ομάδες SWAT χρησιμοποιούνται κυρίως για να προκαλέσουν βία και επικίνδυνη αντιπαράθεση εκεί που δεν υπήρχε πριν. Οι παράπλευρες απώλειες περιλαμβάνουν θανάτους δεκάδων αθώων ανθρώπων και μη βίαιων παραβατών, καθώς και αστυνομικών και χιλιάδων τρομοκρατημένο ανθρώπων από αστυνομικούς που ουρλιάζουν και είναι οπλισμένοι με κλομπ, επιθετικά όπλα και χειροβομβίδες κρότου-λάμψης. Επιπλέον οι τοπικές Αρχές επιβολής του νόμου είναι εξοπλισμένες με στρατιωτικό εξοπλισμό της κυβέρνησης των ΗΠΑ, όπως τεθωρακισμένα οχήματα που διαθέτουν πολεμίστρες, τακτική θωράκιση, εκτοξευτές χειροβομβίδων, οχήματα MRAP (Mine Resistant Ambush Protected – Ανθεκτικά στις Νάρκες Προστατευμένα για Ενέδρες) και πολλά, πολλά άλλα. 

 Όσο ανησυχητικά και να είναι όλα αυτά, το πρόβλημα είναι βαθύτερο από τις ομάδες SWAT.  Σήμερα, πάρα πολλά αστυνομικά τμήματα διακατέχονται από μία γενικότερη μιλιταριστική κουλτούρα. Λέγεται συχνά στους αστυνομικούς ότι είναι στρατιώτες που πολεμούν σε έναν πόλεμο, είτε είναι ο πόλεμος εναντίον του εγκλήματος, των ναρκωτικών, της τρομοκρατίας ή οποιουδήποτε άλλου μπαμπούλα έχουν επιλέξει οι πολιτικοί ως αντίπαλο. Οι αστυνόμοι τείνουν να απομονώνονται από τις κοινότητες που υπηρετούν, τόσο με φυσικό τρόπο (από τα περιπολικά τους) όσο και ψυχολογικά, από μία ψυχολογία τύπου εμείς και οι άλλοι, που αντιμετωπίζει το κοινό όχι ως πολίτες τους οποίους οι αστυνομικοί έχουν ορκιστεί να υπηρετούν και να προστατεύουν αλλά ως ένα σύνολο πιθανών απειλών. 

Οι αστυνομικές υπηρεσίες σήμερα είναι επίσης υπερβολικά μυστικοπαθείς. Το κοινό δεν έχει συνήθως πρόσβαση στις έρευνες εσωτερικών υποθέσεων και τα συνδικάτα που διαπραγματεύονται εκ μέρους των αστυνομικών αγωνίζονται σκληρά -και στις περισσότερες περιπτώσεις με επιτυχία- να τηρούν τους φακέλους του προσωπικού μυστικούς. Τα συνδικάτα των αστυνομικών έχουν επίσης πείσει πολλές πολιτείες να ψηφίσουν “χάρτες δικαιωμάτων των αστυνομικών” που παρέχουν ειδικά δικαιώματα και προστασία σε αστυνομικούς που κατηγορούνται για εγκλήματα και δεν παρέχονται σε απλούς πολίτες.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι μόνες τους σε αυτήν την τάση. Η Βρετανία και ο Καναδάς πραγματοποιούν τώρα τακτικά επιδρομές για ναρκωτικά με αστυνομικές δυνάμεις παρόμοιες με της SWAT. Το 2000 αξιωματούχοι των ΗΠΑ χρησιμοποίησαν διπλωματική πίεση και άλλα κίνητρα για να πείσουν τη μεξικανική κυβέρνηση να χρησιμοποιήσει τον στρατό της χώρας στον πόλεμο κατά των ναρκωτικών. Τα αποτελέσματα περιλαμβάνουν δεκάδες χιλιάδες δολοφονίες, μαζική διαφθορά και φρικιαστικές δημόσιες εκτελέσεις. 

Η τάση για ωμή βία είναι προφανής και σε άλλα μέρη του πλανήτη. Στη Βραζιλία παραστρατιωτικές αστυνομικές δυνάμεις όπως η περιβόητη BOPE (Batalhão de Operações Policiais Especiais – Ειδικό Τάγμα Αστυνομικών Επιχειρήσεων) έχουν μετατρέψει τις παραγκουπόλεις σε πόλεις όπως το Ρίο ντε Τζανέιρο, σε αστικές πολεμικές ζώνες. Οι μονάδες της Ρωσικής OMON (Отряд Мобильный Особого Назначения – Κινητή Μονάδα Ειδικού Σκοπού) έχουν διαπράξει σειρά καταπατήσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της σφαγής μεταναστών και της βάναυσα βίαιης καταστολής διαδηλώσεων. Στην Ουκρανία, μία λιτανεία καταχρήσεων διαπράχθηκε από τις πλέον διαλυμένες παραστρατιωτικές μονάδες της Berkut (Беркут – Χρυσός Αετός).

Σε συνέχεια των καταστροφικών ταραχών, το 1999, στη συνάντηση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου στο Σιάτλ (που όπως απέδειξαν αργότερα έρευνες προκλήθηκαν εξίσου από τις αστυνομικές ενέργειες και τις ενέργειες των διαδηλωτών), η βασική αντίδραση σε μαζικές συγκεντρώσεις στον ανεπτυγμένο κόσμο είναι η ωμή βία. Η αστυνομία συνήθως συναντά στους διαδηλωτές καλυμμένη με πλήρη εξάρτυση. Προσέρχονται περιμένοντας σύρραξη. Μία κατάσταση που τείνει να είναι αυτοεκπληρούμενη. Για την ακρίβεια, όσο πιο σημαντικό το συνέδριο, όσο μεγαλύτερη επιρροή έχουν οι συμμετέχοντες και όσο μεγαλύτερες συνέπειες έχουν οι αποφάσεις, τόσο πιο πιθανό είναι οι διαδηλωτές να κρατηθούν όσο το δυνατόν μακρύτερα από το γεγονός – και συνεπώς είναι λιγότερο πιθανό να ακουστούν. Αυτό βέβαια είναι η απόλυτη αντίθεση στις αξίες της ελεύθερης έκφρασης που οι ελεύθερες χώρες ισχυρίζονται ότι αγκαλιάζουν.

Σίγουρα υπάρχουν εξαιρετικοί αστυνομικοί και σπουδαίοι αστυνομικοί διευθυντές και πολλές αστυνομικές υπηρεσίες που διατηρούν υγιείς σχέσεις με το κοινό. Υπάρχουν εθνικές κυβερνήσεις και τοπικές και δημοτικές Αρχές που εξισορροπούν με επιτυχία τη διατήρηση της τάξης με τις πολιτικές ελευθερίες και την ελευθερία του λόγου.

Σίγουρα υπάρχουν εξαιρετικοί αστυνομικοί και σπουδαίοι αστυνομικοί διευθυντές και πολλές αστυνομικές υπηρεσίες που διατηρούν υγιείς σχέσεις με το κοινό. Υπάρχουν εθνικές κυβερνήσεις και τοπικές και δημοτικές Αρχές που εξισορροπούν με επιτυχία τη διατήρηση της τάξης με τις πολιτικές ελευθερίες και την ελευθερία του λόγου. Παρ’ όλα αυτά η συνεχιζόμενη στρατιωτικοποίηση της αστυνόμευσης εισάγει όλο και περισσότερο τη συμπεριφορά και τη νοοτροπία της μάχης στην καρδιά της κοινωνίας των πολιτών. Μέσω της μεγαλύτερης συχνότητας στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου επιδρομών SWAT, του σωματικού ελέγχου ατόμων χωρίς προφανή λόγο και αντιμετώπισης πολιτικών διαδηλώσεων με στρατιωτική βία, η σχέση μεταξύ αστυνομίας και κοινού γίνεται όλο και πιο ανταγωνιστική.

Θα ήταν τεράστια υπερβολή να πούμε ότι οι ΗΠΑ, ο Καναδάς ή Βρετανία έχουν γίνει αστυνομικά κράτη. Ένα δοκίμιο όπως αυτό δεν θα μπορούσε να δημοσιευτεί σε ένα αστυνομικό κράτος. Αλλά θα ήταν ένα τεράστιο λάθος να περιμένουμε μέχρι να ζήσουμε σε ένα αστυνομικό κράτος για να υψώσουμε τη φωνή μας εναντίον του. 

Διαβάστε άρθρα με παρόμοιο θέμα:

Η στρατιωτικοποίηση της αστυνομίας και το Φέργκιουσον του Μιζούρι | Άρθρο του Προέδρου του ΚΕΦίΜ, Αλέξανδρου Σκούρα στην Athens Voice

Το ένοχο μυστικό της αστυνομικής βίας των ΗΠΑ | Άρθρο του Προέδρου του ΚΕΦίΜ, Αλέξανδρου Σκούρα σto Liberal.gr

Δείτε ακόμα:

Διαδικτυακή εκδήλωση με θέμα: Δικαιώματα και Υποχρεώσεις στις σχέσεις Αστυνομίας και Πολίτη, με τον Δρ. Ποινικού Δικαίου Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο.

Share