fbpx

Δημοκρατία, Λαϊκισμός και Χρυσή Αυγή | Του Δημήτρη Δημητράκου

Δημοκρατία, Λαϊκισμός και Χρυσή Αυγή | Του Δημήτρη Δημητράκου

Του Δημήτρη Δημητράκου*

Το κόμμα της «Χρυσής Αυγής» (Χ.Α). συνετρίβη στις βουλευτικές εκλογές του 2019. Επρόκειτο συγχρόνως και για μια συντριπτική ήττα του λαϊκισμού γενικότερα, που περιλάμβανε τα τρία μείζονα» «αντισυστημικά» δηλαδή λαϊκιστικά κόμματα ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ και Χ.Α.

Γεννάται, βέβαια, το ερώτημα για το νόημα του λαϊκισμού. Ο όρος «λαϊκισμός» είναι πολυσήμαντος και είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί ορισμός του που να αποσπά τη γενική συναίνεση. Στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να νοηθεί ως η υποστασιοποίηση του λαού ως ξεχωριστής οντότητας που υπάρχει ανεξάρτητα από τους θεσμούς και που επιβάλλεται σ’ αυτούς· μια «ψυχή» του λαού ανεξάρτητη από το «σώμα» των θεσμών. Μάλιστα, η πρόσφατη άνοδος των λαϊκιστικών κινημάτων στον κόσμο μπορεί να αποδοθεί -, εν μέρει τουλάχιστον- στην απώλεια εμπιστοσύνης που έδειξαν οι πολίτες πολλών χωρών, τόσο στους θεσμούς, όσο και σε ορισμένες κατεστημένες πρακτικές, που απέκτησαν χαρακτήρα θεσμών. Όλα γίνονται ρευστά και όλα τίθενται υπό αμφισβήτηση. Τα εργαλεία με τα οποία είχαν συνηθίσει επί παρατεταμένο διάστημα να λύνουν τα προβλήματά τους, έπαψαν να αποδίδουν. Υπονομεύθηκε η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, όσο και στους ειδήμονες, τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην Αμερική, ιδίως μετά τη διεθνή αναστάτωση που προκάλεσε η μεγάλη οικονομική κρίση του 2008-9.

Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Κτυπήθηκε από την κρίση και μεγάλες μάζες λαού αγανάκτησαν με τις μεγάλες απώλειες που υπέστησαν στα εισοδήματα τους. Η κρίση ήταν πολύπλευρη και οι κατεστημένες πολιτικές δυνάμεις προσπάθησαν μάταια να την διαχειριστούν. Ανέλαβαν οι πολλά υποσχόμενες νέες δυνάμεις των ΣΥΡΙΖΑ -ΑΝΕΛ, ακραιφνώς λαϊκιστικές, με το σύνθημα, «μια νέα Ευρώπη είναι δυνατή», εφόσον «οι λαοί» έπαιρναν στα χέρια τους τις τύχες τους, και έφτιαχναν νέες μορφές συνεργασίας, νέους θεσμούς.

Το κόμμα της Χ.Α. ήταν κι εκείνο ξέφρενα λαϊκιστικό, αλλά και φανερά αντικοινοβουλευτικό και ολοκληρωτικό. Έμεινε το 2015 εκτός κυβερνητικής εξουσίας, αλλά με ηχηρή παρουσία στη Βουλή και ακόμα ηχηρότερη στους δρόμους και στις πλατείες – το βασικό πεδίο του λαϊκισμού.

Η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ εξέφρασε συνθετικά την ιδέα μιας λαϊκής βούλησης που δεν συμπλέει με τους δημοκρατικούς θεσμούς, οι οποίοι πρέπει να παρακάμπτονται ή να παραμερίζονται όταν αποτελούν εμπόδια στην άσκηση εξουσίας στο όνομα του λαού.

Ως γνωστόν, το πείραμα ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε και το κόμμα της ΝΔ κέρδισε άνετα τις εκλογές του Ιουλίου 2019. Η νίκη αυτή είχε βαθύτερο νόημα από εκείνο μιας απλής ρεβάνς. Ήταν η ανάδυση μιας νέας πραγματικότητας, την οποία ο κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ αρνήθηκε να καταλάβει. Η νέα πραγματικότητα έχει όνομα : ΑΝΤΙΛΑΪΚΙΣΜΟΣ. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε την ηγεσία της ΝΔ, ακολούθησε μια εμπρόθετα και δηλωμένα αντιλαϊκιστική πολιτική. Δεν περίμενε παθητικά την πτώση του «ώριμου φρούτου», την αποδυνάμωση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ λόγω φυσικής φθοράς. Εκστράτευσε όχι απλώς κατά του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και κατά της κύριας ιδέας που εξέφραζε. Και μπόρεσε να αναστρέψει τη δυναμική του λαϊκισμού που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, μετατρέποντάς την σε καθαρά αντιλαϊκιστική πολιτική.

Η ιδέα που τροφοδοτεί την συνειδητά αντιλαϊκιστική στάση είναι η συνειδητοποίηση μιας διττής ανάγκης: από τη μια να μη διαψεύδονται οι εύλογες προσδοκίες ασφάλειας, προστασίας δικαιωμάτων, σταθερότητας των θεσμών εντός μιας νομοκρατούμενης δημοκρατικής πολιτείας· από την άλλη, να αναγνωριστεί το δικαίωμα ενός κοινωνικού συνόλου σε μια αποτελεσματική διακυβέρνηση. Αυτή η ιδέα νίκησε όχι απλώς τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά το λαϊκισμό γενικότερα και μαζί του, έβγαλε εκτός πολιτικού παιχνιδιού και τελικά εκτός νόμου την Χ.Α. Ο πολιτικός λόγος της τελευταίας αποκτούσε νόημα μέσα στο γενικότερο κλίμα λαϊκισμού όταν αυτός ήταν στο ζενίθ του.

Η ΝΔ, ως κεντροδεξιό κόμμα, δεν θεώρησε ότι είχε έστω και μακρινή συγγένεια με ακροδεξιό κόμμα. Θεώρησε τους Χρυσαυγίτες εξ αρχής τοξικά απόβλητα του πολιτικού συστήματος, και έδρασε δυναμικά και αμείλικτα εναντίον τους συλλαμβάνοντας εν μιά νυκτί τον Νίκο Μιχαλολιάκο και τους συνεργάτες του. Και αυτή η στάση του κόμματος της ΝΔ είναι σύμφυτη με τη γενικότερη αντιλαϊκιστική του στάση. Η στάση αυτή δικαίωσε τη νίκη του το 2019, που ήταν νίκη κατά του λαϊκισμού. Η ήττα του τελευταίου σήμανε και την έκπτωση του πιο διαβλητού από τους κύριους εκφραστές του, που ήταν η Χ.Α. Η ηθική του απαξίωση ολοκληρώθηκε και επισημοποιήθηκε με τη δικαστική απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020.

Μια τέτοια εξέλιξη άφηνε στο περιθώριο τον ΣΥΡΙΖΑ, τη στιγμή που η καταδίκη της Χ.Α. αποτελούσε νίκη της δημοκρατίας. Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης αποφάσισε να αναστρέψει την κατάσταση, εμφανιζόμενο ως κύριος υπερασπιστής της δημοκρατίας και μάλιστα ως ακροαριστερό κόμμα κατά ενός ακροδεξιού κόμματος. Γι’ αυτό και οργάνωσε τεράστια συγκέντρωση έξω από το Εφετείο την ημέρα της δικαστικής απόφασης. Το νόημα αυτής της κίνησης είναι ότι η δικαιοσύνη ανταποκρίνεται στο ρόλο της όταν η ετυμηγορία της συμπίπτει με τη λαϊκή βούληση – έτσι όπως αυτή εκφράζεται με συνθήματα στις πλατείες και τις λεωφόρους.

Η δημοκρατία, όμως, δεν προάγεται με συγκεντρώσεις σαν αυτήν που οργάνωσε ο ΣΥΡΙΖΑ – η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, θα έχει και μεγάλο υγειονομικό κόστος – στις οποίες επικροτούνται ή κατακρίνονται οι αποφάσεις της δικαιοσύνης. Η δημοκρατία δεν είναι η υπαγωγή των θεσμών στη λαϊκή βούληση. Η σύγχρονη δημοκρατία έχει ως βασική της προϋπόθεση την εύρυθμη λειτουργία των θεσμών και τη διάκριση των εξουσιών, πράγμα που συνεπάγεται την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Αυτό δεν γίνεται α-αντιληπτό από τους λαϊκιστές. Προς ζημίαν τους.

*Ο Δημήτρης Δημητράκος είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΚΕΦίΜ.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ την Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2020.

Share